”παιδεία ώρα μηδέν”, εισήγηση της Ε.Φουρναράκη

Ελένη Φουρναράκη,

Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ενιαίου Φορέα Διδασκόντων της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης

Εισήγηση στην Πλατεία, 24 Αυγούστου 2011

Ι.

Όπως γνωρίζετε, το νομοθετικό εγχείρημα «Διαμαντοπούλου» για τη μεταρρύθμιση της 3βάθμιας εκπαίδευσης δεν συνιστά κάποια καινοφανή πρωτοβουλία.

Συνεχίζει και κορυφώνει τη συστηματική προσπάθεια των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια, να απαξιώσουν το πανεπιστήμιο ως δημόσιο θεσμό, να κλονίσουν στην πράξη τις συνταγματικές εγγυήσεις τόσο για τις ακαδημαϊκές ελευθερίες και την πλήρη αυτοδιοίκηση του π. όσο και για την αποκλειστικά δημόσια παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης και να μεταθέσουν τις ευθύνες τους για την ήδη παγιωμένη υποχρηματοδότηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Όμως, η μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου δεν συνιστά ούτε ελληνική ιδιοτυπία –έχει σημασία να το ξεκαθαρίσουμε αυτό από την αρχή:

Με πολύ πιο συνολικό και ακραίο τρόπο θα έλεγα, μεταφέρει στα καθ’ ημάς νεοφιλελεύθερες πολιτικές στον χώρο των πανεπιστημίων, οι οποίες έχουν προ πολλού αναπτυχθεί διεθνώς.

Οι πολιτικές αυτές υπηρετούν την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσα από μια διπλή στρατηγική σε εθνικό επίπεδο: Αφενός, μέσα από τη διαρκή συρρίκνωση της συμμετοχής του κράτους στις δαπάνες της εκπαίδευσης, και

Αφετέρου, μέσα από το θεσμικό περιορισμό ή/και την εξουδετέρωση στην πράξη σειράς ακαδημαϊκών ελευθεριών, λειτουργιών και δομών που, ιστορικά, είχαν μέχρι πρόσφατα εγγυηθεί την ετερογένεια του πανεπιστημιακού θεσμού από τη σφαίρα της αγοράς.

Γιατί, το πανεπιστήμιο, παρά τη σχέση του με την οικονομία και την παραγωγή που ασφαλώς πάντα υπήρχε, ιστορικά συνιστούσε διακριτό πεδίο από εκείνο της αγοράς, δεν ρυθμιζόταν από την αγορά, και, προφανώς, δεν λειτουργούσε με όρους αγοράς. Αυτή η ιστορική συνθήκη, τις τελευταίες δεκαετίες, υποσκάπτεται πολλαπλά, μέσα από την άτυπη διείσδυση της αγοράς στα πανεπιστήμια αλλά και ως αποτέλεσμα θεσμικών παρεμβάσεων του κράτους (μεταρρυθμίσεων) προς την κατεύθυνση που είπαμε, της περιστολής των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Το κράτος, παρά τη ρητορεία του νεοφιλελευθερισμού, παίζει πολύ ισχυρό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία εκχώρησης της ανώτατης εκπαίδευσης στην αγορά. Εξάλλου, η διαδικασία αυτή διασαλεύει και την άλλη ιστορική συνθήκη διαμόρφωσης και λειτουργίας των πανεπιστημίων: την αυτονομία του από το κράτος. Η περιστολή των ακαδημαϊκών ελευθεριών οδηγεί σε επαύξηση του ελέγχου της κεντρικής εξουσίας πάνω στα πανεπιστήμια.

Ο κρατικός έλεγχος πάνω στα π. μπορεί να εκδηλώνεται με διαφορετικούς, ακόμα και αντιθετικούς, τρόπους:

Είτε, με άμεσο και ασφυκτικά ρυθμιστικό τρόπο, όπως έκανε ο νόμος Γιαννάκου: Είτε, αντίθετα, όπως ακριβώς κάνει το ν/χ Διαμαντοπούλου,

μέσα από ένα γενικό και εν πολλοίς ασαφές και αμφίσημο ακόμα νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο, αποφεύγοντας να εγγυηθεί μερικά πολύ βασικά πράγματα, όπως την κρατική χρηματοδότηση, την ανεξαρτησία της έρευνας από την αγορά ή ζητήματα που συνδέονται με εργασιακά δικαιώματα, αφήνει τέτοια (και άλλα) ζητήματα να ρυθμιστούν στις λεπτομέρειές τους εσωτερικά, από τους συσχετισμούς δύναμης μέσα στα ίδια τα πανεπιστήμια, και επικεντρώνει τη ρυθμιστική του παρέμβαση σε ένα πολύ κρίσιμο πεδίο: στο πώς κατανέμεται η εξουσία μέσα στο πανεπιστήμιο, δηλ. στο μοντέλο διακυβέρνησης,

επιβάλλοντας ένα νέο, συγκεντρωτικό και γενικά αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης των πανεπιστημίων -όπως επίσης κάνει το ν/χ Διαμαντοπούλου-, μοντέλο το οποίο ταιριάζει περισσότερο σε επιχειρηματικό οργανισμό παρά σε εκπαιδευτικό ίδρυμα (ο στόχος άλλωστε είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα στη διοίκηση των ιδρυμάτων, για την απορρόφηση ιδιωτικών πόρων),

και το οποίο, περιορίζοντας τη δημοκρατία, ευνοεί εν τέλει τον έλεγχο από την κεντρική εξουσία. Αλλά σε αυτό θα επανέλθω.

Οι νεοφιλελεύθερες αυτές στρατηγικές, στην Ελλάδα και αλλού, συνοδεύονται από ποικίλες ρητορικές, που άλλοτε παρουσιάζουν την προάσπιση των ακαδημαϊκών ελευθεριών ως παρωχημένη έκφραση «συντεχνιασμού» που ανθίσταται στην «αλλαγή», και άλλοτε, αντίθετα, επικαλούνται αυτές τις ελευθερίες –κυρίως την «αυτοτέλεια» του πανεπιστημίου- για να περιγράψουν ουσιαστικά, όχι την ουσιαστική αυτονομία διοίκησης και διαχείρισης των κρατικών πόρων από τα ανώτατα ιδρύματα, αλλά την απόσυρση του κράτους από την ευθύνη της χρηματοδότησης των ιδρυμάτων, την υπό όρους και προϋποθέσεις χρηματοδότησή τους.

Αυτό ακριβώς θεσμοθετεί πολύ πιο συστηματικά (από το νόμο Γιαννάκου) και με διάφορους τρόπους, το ν/χ Διαμαντοπούλου. Δεν θα μπω στις λεπτομέρειες. Αρκεί να επισημανθεί ότι τα δίδακτρα προβλέπονται ρητά στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, στα δια βίου μάθησης και σε προγράμματα κατάρτισης με πιο άτυπο χαρακτήρα (προσφέρονται μέσω της νέας ανώνυμης εταιρείας που διαχειρίζεται τόσο την περιουσία του π. όσο και τη διαχείριση των κονδυλίων της έρευνας!), ενώ στο γενικό πνεύμα του ν/χ (νόμου του κράτους, πλέον), τα ανώτατα ιδρύματα, προσομοιωμένα με επιχειρηματικούς οργανισμούς μέσα από τις αλλαγές στο σύστημα διοίκησής τους, καλούνται να αποδεικνύουν την αξία τους για να χρηματοδοτηθούν από το δημόσιο και να αναζητούν επιπλέον πόρους από την ιδιωτική πρωτοβουλία, βάσει κριτηρίων που εκβάλλουν ποικιλοτρόπως στην αγορά εργασίας και ελέγχονται από ανεξάρτητες αρχές (απορροφητικότητα αποφοίτων, μετρήσιμα αποτελεσμάτων των προγραμμάτων σπουδών κ.ά). Φυσικά, ο κύριος μηχανισμός νομιμοποίησης της σταδιακής απόσυρσης του κράτους από την ευθύνη της χρηματοδότησης, είναι εκείνος της εξωτερικής Αξιολόγησης, από ανεξάρτητες αρχές.

Έτσι, η επίκληση της «αυτοτέλειας» στον νεοφιλελεύθερο λόγο σημαίνει άρση των υπαρχόντων θεσμικών εγγυήσεων που μέχρι τώρα απέτρεπαν την πολύπλευρη ‘ιδιωτικοποίηση’ του ίδιου του δημόσιου πανεπιστημίου. Έτσι, αναμφισβήτητες αξίες, όπως η «σύνδεση με την κοινωνία και την οικονομία» ή η «κοινωνική λογοδοσία» αποκτούν εντελώς άλλο περιεχόμενο στον λόγο του νεοφιλελευθερισμού.

Εκβάλλουν στην υπονόμευση όχι μόνο του δημόσιου χαρακτήρα αλλά και του αυτοδιοίκητου των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, νομιμοποιώντας την αρχή της «εξωτερικότητας» και του συγκεντρωτισμού ως τη μόνη εγγύηση για την υπέρβαση των όποιων, υπαρκτών ή μη, δυσλειτουργιών στη διοίκηση αλλά και σε αυτό το εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο των πανεπιστημίων· ως εγγύηση, κυρίως, για την καταπολέμηση της «διαφθοράς» στο πανεπιστήμιο. Έτσι επιχειρείται συγχρόνως να νομιμοποιηθεί η προοπτική υποκατάστασης των υφιστάμενων ακαδημαϊκών δομών κρίσης και συλλογικού ελέγχου από αμφίβολης επιστημονικής εγκυρότητας και λειτουργικότητας συγκεντρωτικούς και εξωγενείς μηχανισμούς «αξιολόγησης». Η διαλυτική εμπειρία από την εφαρμογή τέτοιων προτύπων σε άλλες χώρες, όπως στην Αγγλία, αποσιωπάται βέβαια.

Τέλος, στις επικοινωνιακές στρατηγικές που συνοδεύουν αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η απονομιμοποίηση του δημόσιου πανεπιστημίου και των λειτουργών του. Βασίζεται σε σειρά στερεοτύπων και αξιωματικών αποφάνσεων, που θα άξιζε να ελεγχθούν και να αποδομηθούν. Αλλά γι αυτό, θα χρειαζόταν μια εκτενής ανάλυση.

Στο δεύτερο μέρος της παρέμβασής μου, περιοριστώ, μεταξύ άλλων, στην επισήμανση ορισμένων στοιχείων στην επικοινωνιακή αυτή απονομιμοποίηση, την οποία ανέδειξε κυριολεκτικά σε επιστήμη η παρούσα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. (http://www.soc.uoc.gr/efd/wordpress/?p=16)

ΙΙ.

Πράγματι, η ηγεσία του Υπουργείου, όχι μόνο αγνόησε προκλητικά τις απόψεις και προτάσεις των πανεπιστημιακών δασκάλων και των θεσμικών τους οργάνων, αλλά εξάντλησε όλη τη ‘φαντασία’ και μεθοδικότητά της στο να υποσκάψει στην κοινή γνώμη αυτές τις απόψεις, ως εκ προοιμίου αναξιόπιστες: εξαπολύοντας, με τη βοήθεια μεγάλης μερίδας των ΜΜΕ, μια χωρίς προηγούμενο συκοφαντική δυσφήμιση του δημόσιου πανεπιστημίου στην Ελλάδα, παρουσιάζοντάς το ως επιστημονικά ανεπαρκές, ερευνητικά καθυστερημένο και εσωστρεφές και, βεβαίως, ως αδιαφανές άντρο «κομματοκρατίας», συναλλαγής και διαφθοράς, παρουσιάζει συλλήβδην τους λειτουργούς του ως ιδιοτελή και βολεμένη συντεχνία, που υπερασπίζεται κατεστημένα προνόμια και ανθίσταται σε κάθε αλλαγή. Έτσι, κάθε αντίλογος, κάθε κριτικός λόγος της ακαδημαϊκής κοινότητας απέναντι στις κυβερνητικές επιλογές για την ανώτατη παιδεία, έχει εκ των προτέρων υπονομευθεί ως εξίσου ιδιοτελής, και συνεπώς αφερέγγυος: όσοι πανεπιστημιακοί διαμαρτύρονται ενάντια στις επιλογές αυτές εμφανίζονται ως μια ακόμα περίπτωση «προνομιούχας ελίτ», που απειλείται από το άνοιγμα των πανεπιστημίων στην «κοινωνική λογοδοσία», στους κανόνες του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας, στη συνεχή αξιολόγηση και έλεγχο του έργου τους.

Όμως, αυτή η ισοπεδωτική απαξιωτική εικόνα των πανεπιστημιακών, την οποία τόσο μεθοδικά χτίζει ο νεοφιλελεύθερος λόγος και τόσο πρόθυμα διαχέουν τα ΜΜΕ στην κοινωνία, ουδέποτε συνοδεύεται από κριτική στις δυσμενείς συνθήκες υπό τις οποίες παράγουν το έργο τους τα ελληνικά πανεπιστήμια, τα περισσότερα από οποία, παρά ταύτα, παραμένουν μέσα στο 20% των καλύτερων πανεπιστημίων παγκοσμίως: συνθήκες συνεχούς υποχρηματοδότησης από σειρά κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια, που συσσώρευσαν σωρεία ελλείψεων -ιδιαίτερα σε υποδομές, σε διδακτικό προσωπικό και στην ερευνητική δραστηριότητα– και που, στην παρούσα συγκυρία, έχουν πλέον οδηγήσει τα πανεπιστήμια σε οικονομική ασφυξία· συγχρόνως, το πάγωμα των διορισμών και οι δραστικές περικοπές στην απασχόληση συμβασιούχων διδασκόντων καθιστούν αμφίβολη ακόμα και τη δυνατότητα να καλυφθούν τα προγράμματα σπουδών.

Γιατί, αντί να αναδειχθούν στην κοινή γνώμη τα μείζονα αυτά προβλήματα στη λειτουργία των ελληνικών πανεπιστημίων, διογκώνεται και γενικεύεται αβασάνιστα η «διαφθορά» και η «αντιπαραγωγικότητα» ως το κύριο γνώρισμα του δημόσιου πανεπιστημίου και των λειτουργών του;

Διότι, αυτό επιτρέπει την πλήρη μετακύληση των ευθυνών: συσκοτίζοντας τη σταδιακή υποχώρηση της πολιτείας από τις υποχρεώσεις της απέναντι στην παιδεία ως δημόσιο αγαθό, -και τις τεράστιες κοινωνικές συνέπειες αυτής της υποχώρησης, μετατοπίζει όλο το πρόβλημα σε μια προαποφασισμένη ‘νοσηρότητα’ του πανεπιστημίου ως δημόσιου θεσμού, και συνακόλουθα στη μειωμένη αξιοπιστία των ‘προνομιούχων’ υπαλλήλων του· ιδιαίτερα, βέβαια, των πανεπιστημιακών δασκάλων. Έτσι, ο αγώνας των τελευταίων εμφανίζεται να υπηρετεί μερικά συμφέροντα και όχι να εκφράζει καθολικά δικαιώματα που αφορούν σε όλη την κοινωνία.

Με αυτές τις επικοινωνιακές στρατηγικές, απονομιμοποιήθηκε –και στην πράξη ακυρώθηκε- ο ρόλος της ακαδημαϊκής κοινότητας ως άξιου και ισότιμου συνομιλητή της πολιτείας στο εγχείρημα μεταρρύθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης· και μάλιστα σ’ ένα εγχείρημα ριζικής μεταρρύθμισης, που ανατρέπει συθέμελα τα χαρακτηριστικά του πανεπιστημιακού θεσμού όπως αυτός ιστορικά διαμορφώθηκε και λειτούργησε μέχρι σήμερα. Μα σε όλη η φιλοσοφία του νομοθετικού αυτού εγχειρήματος, από την οποία το υπουργείο δηλώνει κατηγορηματικά αμετακίνητο, λανθάνει το αξίωμα ότι η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα δεν είναι σε θέση να αυτοκυβερνηθεί, συνεπώς, ούτε να εγγυηθεί την επωφελή για την κοινωνία λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης.

Έτσι, πάνω από όλα, το νομοσχέδιο έρχεται να ανατρέψει τη μακρά παράδοση αυτοδιοίκησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο χαρακτηρισμός τους ως «πλήρως αυτοδιοικούμενων» στο πρώτο άρθρο του νομοσχέδιου, απλώς προσβάλει την κοινή λογική, όταν ο νομοθέτης στη συνέχεια, ξηλώνει μια-μια τις ισχύουσες συνθήκες της πλήρους αυτοδιοίκησης. Θα αναφέρω τις κυριότερες αλλαγές σε αυτή την κατεύθυνση.

Α. Η Σύγκλητος, το ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο, εκείνο δηλ. που συγκεντρώνει στους κόλπους του ως ισότιμα μέλη όλους τους αιρετούς αξιωματούχους (προέδρους Τμημάτων, κοσμήτορες, πρύτανη και αντιπρυτάνεις), τους εκπροσώπους των φοιτητών καθώς και των διδασκόντων ανά Σχολή, και η οποία μέχρι σήμερα ασκούσε τον πλέον γενικό και αποφασιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση των πανεπιστημίων, αντικαθίσταται στο ρόλο αυτό από ένα νέο θεσμό:

στο εξής, το κέντρο λήψης των αποφάσεων για όλα τα ζητήματα, διοικητικά και ακαδημαϊκά, μεταφέρεται σε ένα σχεδόν παντοδύναμο και ουσιαστικά ανεξέλεγκτο όργανο, το περίφημο 15μελές Συμβούλιο του Ιδρύματος. Σε προφανή αντίφαση προς τη συνταγματική επιταγή του αυτοδιοίκητου, στο Συμβούλιο μετέχουν και εξωπανεπιστημιακοί παράγοντες, οι, μάλιστα, επιλέγονται από τα πανεπιστημιακά μέλη του Συμβουλίου και όχι άμεσα από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Έτσι, η Σύγκλητος συρρικνώνεται αριθμητικά, τα μέλη της δεν έχουν όλα αυτοδικαίως ψήφο και αλλάζει χαρακτήρα: αν και με τροπολογία της τελευταίας στιγμής αποκτά κάποιες αποφασιστικές αρμοδιότητες σε αμιγώς εκπαιδευτικά και ερευνητικά θέματα, κατά τα άλλα λειτουργεί ως γνωμοδοτικό όργανο, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξισορροπεί την εξουσία του Συμβουλίου.

Β. Το αιρετό σήμερα όργανο του Πρυτανικού Συμβουλίου (πρύτανης και 3 αντιπρυτάνεις) –η εκτελεστική εξουσία του ιδρύματος, θα λέγαμε– καταργείται. Ο ίδιος ο πρύτανης δεν θα εκλέγεται πλέον από την άμεση και καθολική ψηφοφορία ολόκληρης της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά, μετά από προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού, θα επιλέγεται, δηλαδή, ουσιαστικά θα διορίζεται, από το 15μελές Συμβούλιο. Συνεπώς, το αξίωμα του Πρύτανη, χάνοντας τη νομιμοποίηση που είχε, θεσμικά υποβιβάζεται έναντι του Συμβουλίου, η εξουσία του οποίου μένει χωρίς κανένα αντίβαρο.

Γ. Το σημαντικότερο όμως, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι ανατρέπεται η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η πυραμίδα των οργάνων αυτοδιοίκησης. Αναφέρομαι στη Γενική Συνέλευση των Τμημάτων, όπως λειτουργούσε μέχρι σήμερα, ως βασικό ακαδημαϊκό κύτταρο δημοκρατίας και αποκέντρωσης: το όργανο, όπου όλα τα μέλη ΔΕΠ συναποφασίζουν ισότιμα, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα τους, και αυτόνομα, δηλαδή χωρίς παρεμβάσεις από άλλα όργανα εκτός Τμήματος, για όλα τα θέματα που αφορούν στο διδακτικό και ερευνητικό έργο του Τμήματος και του επιστημονικού κλάδου τον οποίο αυτό υπηρετεί, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως της συγκρότησης εκλεκτορικών σωμάτων για νέα μέλη ΔΕΠ. Το όργανο, όπου για τα θέματα σπουδών συμμετέχουν εξίσου ισότιμα και οι εκπρόσωποι των φοιτητών, και το οποίο ουσιαστικά κυβερνά το Τμήμα και το εκπροσωπεί απέναντι στο πανεπιστήμιο, κυρίως μέσω του Προέδρου του Τμήματος, αξίωμα επίσης αιρετό με καθολική και μυστική ψηφοφορία όλης της κοινότητας του Τμήματος. Στο νομοσχέδιο, το Τμήμα ορίζεται ως «πρόγραμμα σπουδών» και η συνέλευση του Τμήματος έχει αποψιλωθεί από όλες τις παραπάνω αποφασιστικές ακαδημαϊκές αρμοδιότητες, πλην της εκλογής ενός «διευθυντή», που έχει την ευθύνη για την εφαρμογή του προγράμματος σπουδών. Όλες οι σημαντικές αποφάσεις που αφορούν το Τμήμα και την ανάπτυξή του, όπως ο σχεδιασμός του διδακτικού και ερευνητικού έργου και η εκλογή νέων διδασκόντων, περνάνε στη Σχολή, το γιγαντιαίο μόρφωμα που θα αποτελεί πλέον τη βασική ακαδημαϊκή και διοικητική μονάδα, και που φυσικά διακρίνεται από ισχυρό συγκεντρωτισμό και από τις αυξημένες εξουσίες του κοσμήτορα, ένα αξίωμα που όμως δεν προκύπτει από πάνδημη εκλογή: όπως και ο πρύτανης, επιλέγεται από- και υπόκειται στο Συμβούλιο του Ιδρύματος. Αν σε αυτά τα δεδομένα προστεθεί και η μεγάλη ανατροπή -και παγκόσμια πρωτοτυπία του ν/χ- ότι τα Τμήματα δεν προσφέρουν πια μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικά (αυτά περνάνε σε ειδικές σχολές), ότι, δηλαδή, τα Τμήματα αποξενώνονται από τη νέα γνώση και την έρευνα στην επιστήμη που υπηρετούν, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα Τμήματα δεν υφίστανται πλέον ως ακαδημαϊκές και επιστημονικές οντότητες και ως θεμέλια της αυτοδιοίκησης και της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο. Η επίκληση του ν/χ στο Τμήμα ως «βασική εκπαιδευτική μονάδα» είναι γράμμα κενό, και ακούγεται προκλητικό να παρουσιάζεται ως υποχώρηση του υπουργείου στις θέσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Τόσο το γενικό πνεύμα όσο και πλήθος επιμέρους διατάξεων του ν/χ για την τριτοβάθμια εκπαίδευση καταστρατηγεί τη συνταγματική επιταγή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ και ΤΕΙ –το επισημαίνουν έγκριτοι συνταγματολόγοι, άλλωστε, καθώς και αυτή η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής- και εισάγει ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης στα πανεπιστήμια. Ένα μοντέλο βαθύτατα συγκεντρωτικό, το οποίο, προεξοφλώντας την αντικειμενικότητα και την αριστεία των εκτός ακαδημαϊκού χώρου διαπρεπών παραγόντων της ‘κοινωνίας’, των διδασκόντων σε ξένα πανεπιστήμια και των πρωτοβάθμιων καθηγητών, φτιάχνει ένα πλέγμα εξουσιών που στερούνται δημοκρατικής νομιμοποίησης και συλλογικού ελέγχου, και κατατείνουν στην ολιγαρχία.

Με άλλα λόγια, ένα διαφορετικό πολίτευμα από εκείνο της χώρας μας εισάγεται στο πανεπιστήμιο, στο όνομα της «αποτελεσματικότητας», της «κοινωνικής λογοδοσίας», της «αριστείας» και, βεβαίως, της κάθαρσης από την παθογένεια της «κομματοκρατίας», της «διαφθοράς» και της «συναλλαγής», όπως αξιωματικά παρουσιάζεται η σημερινή δημοκρατία των θεσμών του πανεπιστημίου. Το ζήτημα δεν είναι σε ποια έκταση υπάρχουν τέτοιες παθογένειες στο ελληνικό πανεπιστήμιο (όπως και αλλού, άλλωστε). Το ζήτημα είναι ο ολισθηρός και επικίνδυνος δρόμος που ανοίγει για την κοινωνία μας η λογική της «κάθαρσης» από τη «συναλλαγή», μέσα από την περιστολή της δημοκρατίας και το πνεύμα του αντικοινοβουλευτισμού. Πόσο απέχει, άραγε, η επιβολή αυτού του νέου μοντέλου διοίκησης στο ελληνικό πανεπιστήμιο –αναρωτιέμαι κι εγώ, μαζί με τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, σε πρόσφατο έντονα επικριτικό άρθρο του στο Βήμα για το ν/χ – από το ενδεχόμενο συγκρότησης (σε κάποιο μέλλον ίσως όχι πολύ μακρινό), «κατά πολιτικήν ανάθεσιν», μιας κυβέρνησης εξωκοινοβουλευτικών «ειδημόνων» που θα προέρχονται από την «κοινωνία»;

Όπως, άλλωστε, επεσήμαινε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στο ίδιο άρθρο, είναι ακριβώς τα αυταρχικά και ολιγαρχικά συστήματα, που, λιγότερο εκτεθειμένα στον συλλογικό έλεγχο, εκτρέφουν την αδιαφάνεια, την αυθαιρεσία, τη συναλλαγή και τη διαφθορά.

Στην ιστορική απόφαση που καλείται να πάρει το κοινοβούλιο για αυτό το νομοσχέδιο, το επίδικο ζήτημα είναι εκείνο της δημοκρατίας. Γιατί όμως η μεταρρύθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου πρέπει να περάσει μέσα από την κατάργηση της δημοκρατικής δομής στη διοίκηση και λειτουργία του; Διότι –για να κλείσω, όπως άρχισα αυτή την παρέμβαση-, στη λογική της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που, στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, προωθεί αυτού του είδους τις μεταρρυθμίσεις της ανώτατης εκπαίδευσης, αυτή η δημοκρατική δομή, συμβατή με την πολυφωνία αλλά και την ενότητα της επιστήμης, θέτει εμπόδια στην πλήρη υπαγωγή της γνώσης και της έρευνας στις ανάγκες της αγοράς, υπαγωγή που επιδιώκει και αυτό το ν/χ. Θέτει εμπόδια, εν τέλει, στην πλήρη προσομοίωση του ίδιου του δημόσιου πανεπιστημίου με επιχειρηματικό οργανισμό, που διοικείται αυταρχικά από σοφούς ‘ειδήμονες’, χωρίς την ανάγκη δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Advertisements
This entry was posted in Υλικό (βίντεο, φωτο, κείμενα). Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s